Ζητήματα παραβίασης της νομοθεσίας του καταναλωτή σε συμβάσεις ρύθμισης για την προστασία πρώτης κατοικίας (Ν.4605/2019)

Το παρόν άρθρο έχει σκοπό να αναδείξει και να αναπτύξει ένα μείζον ζήτημα το οποίο ανακύπτει στο πλαίσιο της συναινετικής διαδικασίας ρύθμισης κόκκινων δανείων μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας ρύθμισης της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (ΕΓΔΙΧ) που θεσπίστηκε με το Ν.4605/2019 ( 'Πρόγραμμα επιδότησης αποπληρωμής στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων με υποθήκη σε κύρια κατοικία' ). Ο παρών νόμος αποτελεί σήμερα το μοναδικό πλαίσιο προστασίας της πρώτης κατοικίας, έχοντας αντικαταστήσει απο τις 30.04.2019 το προηγούμενο πλαίσιο, τον γνωστό στους περισσότερους ως νόμο Κατσέλη για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα.

Έχει διαπιστωθεί ότι ορισμένα πιστωτικά ιδρύματα χορηγούν στους οφειλέτες που είναι 'επιλέξιμοι', που πληρούν δηλαδή όλα τα κριτήρια ένταξης στην πλατφόρμα ρύθμισης, σχέδια συμβάσεων ρύθμισης με όρους που εντοπίζονται στα 'ψιλά γράμματα'  και παραχωρούν στις τράπεζες σημαντικά προνόμια που μπορούν να οδηγήσουν ακόμα και στην απώλεια της ρύθμισης χωρίς όμως να συνδέονται με υπαιτιότητα στο πρόσωπο του οφειλέτη, όπως για παράδειγμα η υπερημερία καταβολής η οποία εντάσσεται στους τυπικούς λόγους καταγγελίας μίας σύμβασης.

Τελείως ενδεικτικά, αξίζει να αναφέρουμε έναν απο τους όρους που έχει περιλάβει ένα απο τα 'συστημικά' πιστωτικά ιδρύματα, κατά τον οποίο 'σε οποιαδήποτε περίπτωση και εάν κατά τη διάρκεια ισχύος της παρούσας πράξης ρύθμισης, η περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη ή/και οι οικονομικές του δυνατότητες υπερβούν τα όρια που τίθενται στο άρθρο 68, η Τράπεζα δικαιούται να θεωρήσει λήξασα την παρούσα πράξη (δηλαδή τη σύμβαση) και η απορρέουσα απο την ως άνω σύμβαση οφειλή αναβιώνει στο σύνολό της, αφαιρουμένων τυχόν καταβολών στο πλαίσιο της παρούσας'. Δέον να επισημανθεί επίσης, ότι αιτών μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας ο οποίος έχει κριθεί επιλέξιμος βρίσκεται ενώπιον της επιλογής αποδοχής ή απόρριψης του σχεδίου της τράπεζας και δεν μπορεί να επηρεάσει με κανένα τρόπο το περιεχόμενο αυτής της σύμβασης, όπως μας έχουν καταστήσει σαφές τα νομικά τμήματα που είναι αρμόδια για τη σύνταξη αυτών των κειμένων. Πρόκειται για συμβάσεις 'take it or leave it', όπου οι μόνες επιλογές είναι η καθ' οκληρία αποδοχή ή η καθ' ολοκληρία απόρριψή τους. Συνάγεται συνεπώς, ότι καθώς οι όροι αυτοί δεν αποτελούν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών και άρα πρόκειται, σύμφωνα με το νόμο του καταναλωτή, για γενικούς όρους συναλλαγών (ΓΟΣ) (βλ. Άρθρο 2 παρ. 9 Ν.2251/1994). Περαιτέρω, ο παραπάνω όρος είναι κατά την άποψη της γράφουσας άκρως καταχρηστικός, παράνομος και εκ του λόγου αυτού άκυρος, καθώς τίθεται καταφανώς σε βάρος του καταναλωτή, εν προκειμένω, του επιλέξιμου οφειλέτη και αντιστρατεύεται τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, διαταράσσοντας σημαντικά την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή ('Αρθρο 2 παρ. 6 Ν.2251/1994, ΑΠ 1219/2001). Για την απόδειξη της ανισορροπίας αυτής κρίνεται χρήσιμο σύμφωνα με τις αποφάσεις των δικαστηρίων μας να συνεκτιμηθεί τόσο ο σκοπός όσο και οι ειδικές συνθήκες της σύμβασης που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η προστασία της κύριας κατοικίας απο τη ρευστοποίηση. Η προστασία της πρώτης κατοικίας αποτελεί τον δικαιοπολιτικό σκοπό βάσει του οποίου θεσπίστηκε ο Ν.4605/2019 ωστόσο, δυστυχώς αποδεικνύεται ότι μόνο κατ' επίφαση γίνεται επίκληση των διατάξεων του τελευταίου νόμου  στα συμβατικά κείμενα ορισμένων τραπεζών.

Πέραν όμως της παραβίασης των διατάξεων περί προστασίας καταναλωτή (ως άνω), η ενσωμάτωση ενός όρου με την προεκτιθέμενη διατύπωση αποτελεί κατά την εκτίμηση της γράφουσας, μία contra legem ερμηνεία του άρθρου 68 του Ν. 4605/2019 αλλά και των λοιπών διατάξεών του, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται σε καμία διάταξή του η έννομη συνέπεια της απώλειας της συναινετικής ρύθμισης σε περίπτωση αύξησης του εισοδήματος ή της περιουσίας του οφειλέτη πέρα απο τα εισοδηματικά όρια που τίθενται στο νόμο αυτό.  Αντιθέτως, η πλήρωση των εισοδηματικών προϋποθέσεων του οφειλέτη η οποία σύμφωνα με το νόμο εξετάζεται κάθε έτος, σχετίζεται μόνο με την αναπροσαρμογή ή διακοπή της επιδότησης αποπληρωμής της δόσης που επιτεύχθηκε μέσω της συναινετικής ρύθμισης (της ηλεκτρονικής πλατφόρμας) απο πλευράς του Ελληνικού Δημοσίου. Πέραν τούτου, και το ίδιο το πνεύμα του προκείμενου νόμου, που είναι η ρύθμιση των χρεών και η ελευθέρωση του οφειλέτη απο αυτά καθώς και η προστασία της κύριας κατοικίας, υπονομεύεται πλήρως με τη χρήση ενός όρου όπως ο προπαρατιθέμενος. Αυτό συμβαίνει διότι ένας οφειλέτης ο οποίος θα τύχει έστω για ένα φορολογικό έτος εντός της συνολικής διάρκειας της ρύθμισης ( η οποία δύναται να φτάσει ως και τα 25 έτη), να δηλώσει εισόδημα που ξεπερνάει τα όρια του άρθρου 68 του νόμου, θα υποστεί επαχθέστατες συνέπειες. Το ενδεχόμενο αυτό δεν είναι καθόλου σπάνιο και αμελητέο, ιδίως αν πρόκειται για οφειλέτες-ελεύθερους επαγγελματίες, τα εισοδήματα των οποίων έχουν συνήθως σημαντικές διακυμάνσεις. Επί παραδείγματι, στην περίπτωση που ο οφειλέτης ανήκει στην κατηγορία πολυπρόσωπου νοικοκυριού με δύο εξαρτώμενα μέλη, το οικογενειακό εισόδημά του δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 31.000 Ευρώ.

Επιπρόσθετα, τα εισοδηματικά όρια έχουν προβλεφθεί απο το συγκεκριμένο νόμο με σκοπό να διακρίνουν ποιος δικαιούται να ενταχθεί στη ρύθμιση του νόμου και ποιος όχι και τα εισοδήματα που ενδιαφέρουν ως προς την επιλεξιμότητα κάποιου είναι τα εισοδήματα του τελευταίου έτους προ της έναρξης ισχύος του νόμου (δηλαδή του φορολογικού έτους 2017). Οι συνέπειες λοιπόν μίας αύξησης εισοδήματος ή περιουσίας όπως αυτή που αναγράφει ο όρος που αναλύθηκε παραπάνω, θα είναι 1) ότι ο οφειλέτης θα απωλέσει τη συναινετική ρύθμιση που πέτυχε μέσω της πλατφόρμας, 2) θα απωλέσει την προστασία της κύριας κατοικίας του, 3) θα αναβιώσει η οφειλή στο αρχικό ποσό (προ της ρύθμισης και της περικοπής της οφειλής που ενδεχομένως επιτευχθεί μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας) και τέλος, 4) θα κληθεί να επιστρέψει στο Ελληνικό Δημόσιο ως αχρεωστήτως καταβληθέντα όλα τα ποσά που το τελευταίο κατέβαλε σε αυτόν στο πλαίσιο της επιδότησης της δόσης (βλ.αρθρο 76 παρ. 7 4605/2019). 

Υπο το φως των παραπάνω δεδομένων , τα συμβατικά αυτά κείμενα των ρυθμίσεων πρέπει να περνούν απο προσεκτικό νομικό έλεγχο καθώς ο απλός πολίτης δεν είναι εύκολο να δώσει την πρέπουσα σημασία και να τους ερμηνεύσει με ορθό τρόπο. Ως αποτέλεσμα, είναι υπαρκτό το ενδεχόμενο ο οφειλέτης να επιλέξει την οδό της αποδοχής της ρύθμισης που του πρότεινε η τράπεζα μέσω της πλατφόρμας υπο το καθεστώς της πλάνης ως προς τις συνέπειες που μπορεί να έχει γι' αυτόν η τυχόν αύξηση εισοδήματος πέρα απο τα όρια του νόμου, έχοντας μάλιστα απωλέσει παράλληλα και το δικαίωμα της προσφυγής στο δικαστήριο προκειμένου να ρυθμιστεί δικαστικά η οφειλή του. Υπενθυμίζεται ότι η δυνατότητα δικαστικής προσφυγής παρέχεται στην περίπτωση που δεν επιτευχθεί η συναινετική ρύθμιση μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας υπο τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην οικεία διάταξη (Άρ. 77 του Ν.4605).

Εν κατακλείδι, ελπίζουμε να τεθεί άμεσα ενώπιον της δικαστικής κρίσης το παρόν ζήτημα της ακυρότητας τέτοιων όρων και να αντιμετωπιστεί με δικαστικό ακτιβισμό, τον οποίο προσδοκούμε να επιδείξει η ελληνική δικαιοσύνη, προκειμένου να προστεθεί στη θετική νομολογία υπερ της προστασίας του καταναλωτή και συνεκδοχικά, να συμβάλει στο να παραμεριστούν παρόμοιες πρακτικές των τραπεζών σε βάρος των ήδη ταλαιπωρημένων οφειλετών.

 

Ευγνωσία Παπαδοπούλου