Δικαστική συμπαράσταση

Στο παρακάτω κείμενο αναπτύσσονται ορισμένα βασικά ζητήματα αναφορικά με το θεσμό της δικαστικής συμπαράστασης που αποτελεί έναν προστατευτικό θεσμό του αστικού δικαίου για τα συμφέροντα των ψυχικά και σωματικά πασχόντων που ένεκα των παθήσεών τους αδυνατούν να εκφράσουν τη βούλησή τους και να αντιληφθούν το περιεχόμενο και τις έννομες συνέπειες των πράξεών τους όσο και για την ασφάλεια των συναλλαγών με τα εν λόγω πρόσωπα. Το υφιστάμενο στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες νομικό καθεστώς, ακολουθεί το μοντέλο λήψης αποφάσεων με υποκατάσταση από άλλο πρόσωπο, δηλαδή η δικαιοπρακτική ικανότητα αφαιρείται από το πάσχον άτομο και οι αποφάσεις λαμβάνονται από τρίτο πρόσωπο εξ ολοκλήρου ή μετά από συναίνεση του τρίτου αυτού προσώπου το οποίο είναι εξουσιοδοτημένο βάσει δικαστικής απόφασης.  

Παρακάτω, εκτίθεται η διαδικασία υποβολής ενός προσώπου σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης: υποβαλλόμενα πρόσωπα, νομιμοποιούμενα πρόσωπα να αιτηθούν την υποβολή στο εν θέματι καθεστώς, απαιτούμενα έγγραφα και προϋποθέσεις καθώς και τα αποτελέσματα της κήρυξης δικαστικής συμπαράστασης : συμμετέχοντα πρόσωπα που αναλαμβάνουν την επιμέλεια των υποθέσεων του πάσχοντος, στέρηση δικαιωμάτων του πάσχοντος και ισχύς καταρτιζόμενων νομικών πράξεων.

  1. Ποια πρόσωπα υποβάλλονται σε δικαστική συμπαράσταση

α) Πρόσωπα που είτε αδυνατούν να επιμεληθούν των προσωπικών τους υποθέσεων, προσωπικής ή περιουσιακής φύσεως λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής ή β) όταν λόγω σωματικής αναπηρίας ή τοξικομανίας ή αλκοολισμού μπορούν να εκθέσουν σε κίνδυνο τον εαυτό τους, το σύζυγό τους, τους ανιόντες ή τους κατιόντες τους (Άρθρο 1666 Αστικού Κώδικα).

 

 

  1. Ποια πρόσωπα μπορούν να αιτηθούν τη θέση κάποιου σε δικαστική συμπαράσταση και υπο ποιες προϋποθέσεις

Τη σχετική αίτηση νομιμοποιούνται να υποβάλουν τα εξής πρόσωπα:

Α) σε περίπτωση σωματικής αναπηρίας μόνο ο ίδιος ο πάσχων

Β) σε περίπτωση ψυχικής ή διανοητικής αναπηρίας : οι συγγενείς πρώτου βαθμού, δηλαδή ο σύζυγός του ή ο καταχωρισμένος σύντροφος εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση ή σύμφωνο συμβίωσης, οι γονείς ή τα τέκνα του. Επίσης, ο επίτροπος του ανηλίκου τέκνου, ή συγγενείς επόμενων βαθμών. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν εν ζωή συγγενείς, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών ή το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (Άρθρο 1667 ΑΚ).

 

 

  1. Διαδικαστικό πλαίσιο-προϋποθέσεις

Η αίτηση για τη θέση κάποιου σε δικαστική συμπαράσταση μπορεί να κατατεθεί από  τα παραπάνω πρόσωπα στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου συνήθους διαμονής του πάσχοντος (υπο συμπαράσταση προσώπου/συμπαραστατούμενου) με δικόγραφο που συντάσσεται και υπογράφεται από δικηγόρο και στη συνέχεια προσδιορίζεται δικάσιμος. Στις δίκες αυτές διατάσσεται υποχρεωτικά η κλήτευση με δικαστικό επιμελητή του συμπαραστατούμενου, του Εισαγγελέα Πρωτοδικών της περιφέρειας του δικαστηρίου και της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας σε όποιες περιοχές υφίσταται συνεστημένη τέτοια υπηρεσία.

Στο δικόγραφο της αίτησης πρέπει υποχρεωτικά και μεταξύ άλλων να αναγράφονται  τα εξής: το πρόσωπο του προτεινόμενου δικαστικού συμπαραστάτη, δηλαδή αυτού που επιθυμεί να αναλάβει την επιμέλεια των υποθέσεων του υπο συμπαράσταση προσώπου καθώς και επιπλέον τρία μέχρι πέντε άτομα που να συνδέονται με συγγενική ή φιλική σχέση με τον συμπαραστατούμενο ως εποπτικό συμβούλιο. Βασική αρμοδιότητα των προσώπων αυτών είναι να εποπτεύουν τις πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη ενώ έχουν επίσης και συμβουλευτικό ρόλο. Έχουν δηλαδή και δυνατότητα ελέγχου ως προς το αν η δράση του δικαστικού συμπαραστάτη είναι προς το συμφέρον του συμπαραστατούμενου και σε περίπτωση που τον κρίνουν ακατάλληλο μπορούν να ζητήσουν ο καθένας αυτοτελώς με ένδικο βοήθημα την παύση ή αντικατάστασή του. Ελλείψει των ως άνω προσώπων, μπορεί να ανατεθεί το ως άνω έργο στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία και αν αυτή δεν υπάρχει, στον αρμόδιο Ειρηνοδίκη.

 Πέραν τούτου, στην αίτηση πρέπει να περιγράφονται και οι νομικές πράξεις που πρόκειται να επιχειρηθούν από τον υποψήφιο δικαστικό συμπαραστάτη στο όνομα και για λογαριασμό του συμπαραστατούμενου. Οι πράξεις αυτές αφορούν την διαχείριση της περιουσίας του και την επιμέλεια των υποθέσεών του (ενδεικτικά : εκμίσθωση ακινήτων, πληρωμή χρεών, διαχείριση σύνταξης/επιδομάτων, εκπροσώπηση ενώπιον υπηρεσιών, ασφαλιστικών συνταξιοδοτικών φορέων κλπ).

Ένα από τα βασικά έγγραφα που υποχρεωτικά προσκομίζονται στο δικαστήριο για να γίνει δεκτή η αίτηση είναι πρόσφατη ιατρική γνωμάτευση-βεβαίωση από νευρολόγο ή ψυχίατρο δημόσιου νοσοκομείου στην οποία θα αναφέρεται αναλυτικά η πάθηση του συμπαραστατούμενου ή εναλλακτικά δύο βεβαιώσεις-γνωματεύσεις ιδιωτών ιατρών των παραπάνω ειδικοτήτων. Ωστόσο, εφόσον ο επιλαμβανόμενος δικαστής το κρίνει απαραίτητο, μπορεί να ζητήσει να διεξαχθεί συμπληρωματικά πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να διαπιστωθεί η μορφή της νόσου και ο βαθμός ανικανότητας διαμόρφωσης ορθολογικής βούλησης και κρίσεως για τη διαχείριση των προσωπικών υποθέσεων.

Η σχετική δίκη διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 114 ΚΠολΔ. Επιπλέον, αν δεν υπάρχει βάσιμος κίνδυνος για την υγεία του συμπαραστατούμενου και αν δεν υπάρχει προφανής αδυναμία επικοινωνίας με το περιβάλλον πραγματοποιείται ακρόαση του τελευταίου από τον δικαστή και μάλιστα ιδιαιτέρως καθώς δεν επιτρέπεται να είναι παρόντα άλλα πρόσωπα, ούτως ώστε να σχηματίσει το δικαστήριο άμεση αντίληψη για την κατάστασή του και τους δεσμούς του με τον δικαστικό συμπαραστάτη. Πέραν τούτου, στο ακροατήριο πραγματοποιείται ένορκη κατάθεση ενός μάρτυρα ο οποίος δεν πρέπει να είναι ο δικαστικός συμπαραστάτης ή ένα από τα προτεινόμενα μέλη του εποπτικού συμβουλίου.

 

 

  1. Ποιος διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης

Σύμφωνα με αποφάσεις των δικαστηρίων μας, ορισμένα από τα κριτήρια που συνεκτιμώνται για την διαπίστωση της καταλληλότητας του προτεινόμενου δικαστικού συμπαραστάτη και με γνώμονα πάντα το συμφέρον του συμπαραστατέου είναι τα εξής: αν τα συμφέροντα του δικαστικού συμπαραστάτη συγκρούονται με τα συμφέροντα του συμπαραστατούμενου, αν ο δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να ικανοποιήσει τις ψυχικές ανάγκες αλλά και τις βιοτικές ανάγκες του του συμπαραστατούμενου για προσήκουσα φροντίδα κλπ. Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τον δικαστικό συμπαραστάτη που προτείνεται στην αίτηση. Κατά συνέπεια, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες διαπιστώθηκε έστω μία από τις παραπάνω περιστάσεις, ο προτεινόμενος στο δικόγραφο της αιτήσεως δικαστικός συμπαραστάτης κρίθηκε από το δικαστήριο ακατάλληλος διότι δεν παρείχε τα εχέγγυα ότι θα ασκούσε με επάρκεια και συνέπεια το συγκεκριμένο λειτούργημα και το δικαστήριο όρισε δικαστικό συμπαραστάτη τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Κοινωνικής Υπηρεσίας.

Αν συντρέχουν επείγοντες λόγοι που κατατείνουν υπερ του ορισμού προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη και αν απειλείται από την αναβολή κίνδυνος για το πρόσωπο ή την περιουσία του συμπαραστατούμενου, υπάρχει η δυνατότητα ορισμού προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη και με προσωρινή διαταγή ως την τελεσιδικία της απόφασης που θα απαγγέλλει την υποβολή στο καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης. Στην περίπτωση αυτή, προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης πρέπει υποχρεωτικά να είναι το ίδιο πρόσωπο με τον οριστικό δικαστικό συμπαραστάτη που θα οριστεί στην απόφαση που απαγγέλλει την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση.

 

 

  1. Αμείβεται ο δικαστικός συμπαραστάτης;

Το λειτούργημα του δικαστικού συμπαραστάτη είναι καταρχήν άμισθο, καθώς λογίζεται ότι ενεργεί από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον όταν πρόκειται για στενό συγγενή (Απ.Γεωργιάδης, Οικογενειακό Δίκαιο, 2014, παρ. 43, σελ. 793 υπο 66). Μπορεί όμως το δικαστήριο σε συγκεκριμένες περιστάσεις ύστερα από αίτηση και τη μη δεσμευτική γνώμη του εποπτικού συμβουλίου, να ορίζει αμοιβή για την απασχόληση του δικαστικού συμπαραστάτη, ανάλογη με τους κόπους του και το μέγεθος της περιουσίας που διαχειρίζεται.

 

 

  1. Αποτελέσματα της υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση

Ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση, το δικαστήριο μπορεί να θέσει το πρόσωπο σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, εφόσον κρίνει ότι αδυνατεί ολικά να επιμεληθεί τα του εαυτού και της περιουσίας του καθώς επίσης και ότι δεν μπορεί να ενεργήσει καμία δικαιοπραξία αυτοπροσώπως ή σε καθεστώς μερικής στερητικής συμπαράστασης, εφόσον κρίνει ότι αδυνατεί να ενεργεί ορισμένες δικαιοπραξίες αυτοπροσώπως (π.χ να συντάσσει διαθήκη).

Αν το δικαστήριο κρίνει ότι το πρόσωπο δεν έχει πλήρη αδυναμία να επιμεληθεί των υποθέσεών του μπορεί να διατάξει επικουρική δικαστική συμπαράσταση, σύμφωνα με την οποία απαιτείται η συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη του για να έχουν ισχύ όλες (πλήρης επικουρική δικαστική συμπαράσταση) ή ορισμένες δικαιοπραξίες (μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση). Μπορεί ακόμα να διατάξει και συνδυασμό των δύο μορφών δικαστικής συμπαράστασης, υπό την έννοια ότι ορίζει ρητά ποιες πράξεις δεν μπορεί να επιχειρεί ο συμπαραστατούμενος αυτοπροσώπως και ποιες δεν μπορεί να επιχειρεί χωρίς τη συναίνεση του δικαστικού συμπαραστάτη του.

Αν επιχειρήσει οποιαδήποτε δικαιοπραξία ο συμπαραστατούμενος αυτοπροσώπως (στην περίπτωση της στερητικής) ή χωρίς την έγκριση του δικαστικού συμπαραστάτη (στην περίπτωση της επικουρικής δικαστικής συμπαράστασης) η πράξη αυτή δεν θα έχει καμία νομική ισχύ. Επιπρόσθετα, αξίζει να επισημανθεί ότι όποιος έχει τεθεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση στερείται του δικαιώματος του εκλέγειν και διαγράφεται από τους εκλογικούς καταλόγους, και επιπλέον είτε τεθεί σε στερητική είτε σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση, χάνει τη δυνατότητα άσκησης της γονικής μέριμνας του τέκνου του.

 

 

Ευγνωσία Παπαδοπούλου

 

*Σημειώνεται ότι σε καμία περίπτωση οι εδώ προσφερόμενες πληροφορίες δεν μπορούν να θεωρηθούν ως παροχή νομικών συμβουλών, ούτε μπορούν να αντικαταστήσουν την εξατομικευμένη παροχή νομικών υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, η πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες δεν εκλαμβάνεται ως σχέση εντολής ανάμεσα στους επισκέπτες – χρήστες του δικτυακού τόπου και στο δικηγορικό γραφείο της γράφουσας και κατόχου του διακτυακού τόπου. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι απαγορεύεται βάσει Κώδικα περί Δικηγόρων η παροχή νομικών συμβουλών άνευ της ανάλογης αμοιβής (άρθρο 57 Ν. 4194/2013 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει).