Η ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

Α) Έννοια και οφέλη

 

Η απογραφή κληρονομίας είναι μία διαδικασία η οποία προτείνεται στις παρακάτω δύο βασικές περιπτώσεις: 1) όταν το ύψος των χρεών ή ακόμα και η ύπαρξη των χρεών του κληρονομούμενου ή των περιουσιακών στοιχείων που αφήνει ως κληρονομία (κινητά, ακίνητα κλπ) δεν είναι γνωστά στους κληρονόμους του, ή όταν υπάρχουν υπόνοιες ότι χρέη ήδη γεννημένα προ του θανάτου του κληρονομούμενου ενδέχεται να βεβαιωθούν ή να καταστούν επιδιώξιμα στο μέλλον σε βάρος των κληρονόμων του, γεγονός όχι ιδιαίτερα σπάνιο, ιδίως μάλιστα στην περίπτωση κατά την οποία κατά το χρόνο που περιήλθε η περιουσία στον κληρονόμο το χρέος βρισκόταν υπο δικαστική αμφισβήτηση, ή 2) όταν τα χρέη του αποθανόντος είναι μεν γνωστά και έχουν καταστεί επιδιώξιμα ή/και βεβαιωμένα στο όνομά του αλλά δεν υπερβαίνουν την καθαρή αξία του ενεργητικού της κληρονομίας.

Αυτό που επιτυγχάνεται με την διαδικασία της απογραφής σε συνδυασμό με την διαδικασία της δικαστικής εκκαθάρισης της κληρονομιαίας περιουσίας που θα αναπτυχθεί παρακάτω, είναι ότι αποχωρίζεται η ατομική περιουσία του κληρονόμου, δηλαδή η περιουσία που αυτός κατείχε πριν καταστεί κληρονόμος, απο αυτήν που κληρονομεί. Υπάρχει δηλαδή απόκλιση απο τον γενικό κανόνα του κληρονομικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο μετά το χρόνο περιέλευσης της κληρονομίας στον κληρονόμο, συνενώνεται η ατομική περιουσία του τελευταίου με αυτήν που αποκτά λόγω κληρονομίας.  Τουτέστιν, ο κληρονόμος, αν προβεί σε αποδοχή με το ευεργέτημα της απογραφής, θα ευθύνεται περιορισμένα για τα χρέη της κληρονομίας, δηλαδή μέχρι το ύψος της καθαρής αξίας του ενεργητικού της κληρονομιαίας περιουσίας, αφού λοιπόν αφαιρεθεί το παθητικό (χρέη). Δεν θα ευθύνεται συνεπώς και με την ατομική του περιουσία, η οποία παραμένει στην κατοχή του και δεν μπορούν να ικανοποιηθούν απο αυτήν οι δανειστές του αποθανόντος επισπεύδοντας αναγκαστική εκτέλεση. Αν το ενεργητικό της κληρονομίας δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του αποθανόντος, ο κληρονόμος που έχει προβεί σε απογραφή μπορεί να επικαλεστεί την ένσταση ανεπάρκειας του ενεργητικού της κληρονομιαίας περιουσίας και άρα την περιορισμένη μέχρι το ύψος του ενεργητικού της κληρονομιαίας περιουσίας ευθύνης του.

Πέραν τούτων, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι μπορεί κάποιος να παραιτηθεί απο το ευεργέτημα απογραφής και αυτό γίνεται είτε ρητά είτε σιωπηρά, δηλαδή μέσα απο υλικές πράξεις του (π.χ δωρεά κληρονομιαίων στοιχείων). Αυτό όμως θα σημαίνει ότι θα ευθύνεται στην περίπτωση αυτή και με την ατομική του περιουσία για τα χρέη της κληρονομίας. 

 

 

Β) Η διαδικασία αποδοχής με το ευεργέτημα της απογραφής  (προθεσμία, αρμόδιο δικαστήριο, ορισμός εκτιμητών-πραγματογνωμόνων)

 

Αρχικά, οι κληρονόμοι, μέσα σε ένα τετράμηνο απο την επαγωγή, δηλαδή είτε απο το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου ή απο το χρόνο που περιερχέται σε αυτούς η κληρονομία (όπως π.χ. μετά απο αποποίηση προηγούμενων τάξεων συγγενών κλπ), οφείλουν να ελέγξουν την αξία του ενεργητικού που πρόκειται να κληρονομήσουν καθώς και το αν ο αποθανών είχε χρέη. Μόλις διαπιστώσουν τα ως άνω δεδομένα και στο πλαίσιο της στάθμισης για το ποια είναι η προσφορότερη και συμφερότερη επιλογή ώστε να αποκομίσουν το μέγιστο όφειλος, έχουν τις εξής δυνατότητες: α) να αποποιηθούν τα χρέη το οποίο συνεπάγεται παράλληλα και αποποίηση του ενεργητικού της περιουσίας καθώς δεν νοείται μερική αποποίηση ούτε και μερική αποδοχή της κληρονοίας ως προς το ενεργητικό μόνο της περιουσίας, ή β) να την αποδεχθούν εξ ολοκλήρου μαζί με όλα τα χρέη της, ή γ) να αποδεχθούν την περιουσία με το ευεργέτημα της απογραφής. Αν επιλέξουν τη λύση της αποποίησης ή τη λύση της αποδοχής με το ευεργέτημα της απογραφής, οφείλουν μέσα στο τετράμηνο απο την επαγωγή, όπως προεκτέθηκε, να προβούν σε σχετική δήλωση στον Γραμματέα του αρμόδιου Ειρηνοδικείου, δηλαδή του τόπου της τελευταίας εν ζωή διαμονής του αποθανόντος. 

Μετά την εμπρόθεσμη δήλωση της αποποίησης στο Ειρηνοδικείου, τελειώνουν οι ενέργειες του κληρονόμου που επιθυμεί να αποποιηθεί. Ωστόσο, στην άλλη περίπτωση, αυτή της αποδοχής με το ευεργέτημα της απογραφής, ο κληρονόμος, απο μόνος του ή απο κοινού με τους λοιπούς συγκληρονόμους του, οφείλει να καταθέσει στο Ειρηνοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα πράγματα που πρόκειται να απογραφούν, μέσα σε επιπλέον τέσσερις μήνες απο το χρόνο κατά τον οποίο προέβη στην δήλωση αποδοχής με το ευεργέτημα της απογραφής στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου (Άρθρα 1902-1903 ΑΚ), αίτηση για διορισμό ενός συμβολαιογράφου και δύο πραγματογνωμόνων-εκτιμητών της επιλογής του, ή εφόσον αιτούντες την απογραφή είναι περισσότεροι του ενός συγκληρονόμοι, τότε τα πρόσωπα των εκτιμητών πρέπει να είναι κοινής επιλογής όλων. Ακολούθως, ορίζεται δικάσιμος για την εξέταση της εν λόγω αίτησης και εκδίδεται απόφαση που επικυρώνει την επιλογή του κληρονόμου ή των κληρονόμων για τους εκτιμητές-πραγματογνώμονες οι οποίοι θα προβούν στην έκθεση απογραφής όλης της κληρονομιαίας περιουσίας, δηλαδή στην καταγραφή όλων των αντικειμένων, αξιογράφων, μετρητών, τραπεζικών θυρίδων, κινητών και ακινήτων στοιχείων καθώς και όλων των χρεών του αποθανόντος και την ακριβή εκτίμηση της αξίας τους. Την εν θέματι έκθεση συντάσσει ο συμβολαιογράφος σε συνεργασία με τον δικηγόρο των κληρονόμων και τους εκτιμητές που διορίστηκαν απο το δικαστήριο οι οποίοι την συνυπογράφουν και εν συνεχεία κατατίθεται στο Ειρηνοδικείο του τόπου κληρονομίας. Είθισται ως εκτιμητές οι κληρονόμοι να προτείνουν στην αίτηση αυτή λογιστές και μηχανικούς όταν ιδίως υπάρχουν ακίνητα. Η τετράμηνη αυτή προθεσμία αναστέλλεται όσο βρίσκεται σε εκκρεμότητα η έκδοση απόφασης επί της αίτησης αυτής. Επιπρόσθετα, υπάρχει η δυνατότητα σε περίπτωση θανάτου ή αποποίησης κάποιου απο τους διενεργούντες την απογραφή (συμβολαιογράφου ή εκτιμητών), αίτησης αντικατάστασης η οποία ομοίως κατατίθεται στο Ειρηνοδικείο που αποφάσισε για τους αρχικούς πραγματογνώμονες της απογραφής. Κάθε κληρονόμος ευθύνεται για την ακρίβεια των κληρονομιαίων στοιχείων που περιλαμβάνονται στην έκθεση απογραφής και μπορεί ακόμα και να χάσει το ευεργέτημα σε περίπτωση δόλιας ανακριβούς απογραφής (Άρθρο 1911 αρ. 2 ΑΚ), ενώ σε περίπτωση αμελούς ανακριβούς απογραφής δεν εκπίπτει απο το ευεργέτημα, αλλά ευθύνεται για την ανόρθωση της ζημίας που έχουν υποστεί οι δανειστές της κληρονομίας γι' αυτό τον λόγο.

 

 

Γ) Πώς μπορεί να αξιοποιηθεί και να καταστεί οικονομικά εκμεταλλεύσιμη η κληρονομιαία περιουσία μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας απογραφής; 

 

Μετά την κατάθεση της έκθεσης απογραφής στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο, συντάσσεται συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας απο τον συμβολαιογράφο. Μετέπειτα, οι κληρονόμοι που αποδέχθηκαν με το ευεργέτημα της απογραφής, συλλογικά ή μεμονωμένα ή οποιοσδήποτε δανειστής της κληρονομίας (τραπεζικά ιδρύματα, δημόσιο, τρίτοι κλπ) και όχι δανειστής του κληρονόμου για απαιτήσεις δηλαδή που προέκυψαν χωριστά απο την κληρονομία και πριν απο αυτήν, μπορούν να ζητήσουν τη δικαστική εκκαθάριση της κληρονομίας (Άρθρο 814 ΚΠολΔ). Η δικαστική εκκαθάριση πραγματοποιείται μετά απο αίτηση κάποιου απο τα ως άνω πρόσωπα, η οποία υποβάλλεται στο δικαστήριο της κληρονομίας, του δικαστηρίου δηλαδή όπου κατατέθηκε η αίτηση απογραφής και διορισμού πραγματογνωμόνων και μετέπειτα κατατέθηκε και η έκθεση απογραφής, όπως αυτή προεκτέθηκε. Με τη διαδικασία αυτή επιτυγχάνεται η παραχώρηση απο τους κληρονόμους της κληρονομικής περιουσίας προς τους δανειστές της κληρονομίας, ο καθορισμός του τρόπου ικανοποίησης των δανειστών εφόσον είναι πολλοί και ο αποχωρισμός της ατομικής περιουσίας των κληρονόμων απο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της κληρονομίας ώστε να αποτελέσουν χωριστή ομάδα περιουσίας και να απαλλαγούν απο τις υποχρεώσεις αυτές.

Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι αν οι κληρονόμοι θελήσουν να αξιοποιήσουν τα κινητά στοιχεία (χρεόγραφα, ομόλογα, μετοχές κλπ) ή ακίνητα στοιχεία που κληρονόμησαν μεταβιβάζοντάς τα και εισπράττοντας κάποιο αντίτιμο πριν την πραγματοποίηση της εκκαθάρισης της κληρονομίας και της τακτοποίησης των χρεών αυτής, δεν μπορούν να προβούν σε καμία μεταβίβαση αυτών αν δεν λάβουν προηγοημένως  'άδεια διάθεσης κληρονομιαίων' (Άρθρο 818 ΚΠολΔ) απο το δικαστήριο του τόπου κληρονομίας. Στην εξέταση της αίτησης για χορήγηση τέτοιας άδειας, ο δικαστής κρίνει αν επιβάλλεται ή όχι η διάθεση των αντικειμένων της κληρονομίας και εφόσον κρίνει ότι αυτή επιβάλλεται μπορεί να ορίσει και τους όρους με τους οποίους πρέπει να γίνει (Άρθρα 614, 1036, 1037 παρ. 2, 1937, 2009, 2010 ΑΚ) καθώς και να ορίσει τον προσφορότερο τρόπο για τη διάθεση αυτή (π.χ με εκούσιο πλειστηριασμό ή στην περίπτωση που έχει βρεθεί συγκεκριμένος αγοραστής με εξώδικη συμφωνία ή ελεύθερη εκποίηση στην οποία το δικαστήριο θα ορίσει ένα ελάχιστο τίμημα (βλ. ΑΠ 531/1995, ΝοΒ 44/1996, 988 επ.). Οποιαδήποτε μεταβίβαση (αγορά ή δωρεά) πραγματοποιηθεί χωρίς την ως άνω άδεια του δικαστηρίου ή κατά παράβαση των όρων που έθεσε η απόφαση επί αυτής, θα είναι άκυρη.

Μετά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της κληρονομίας με την ικανοποίηση όλων των δανειστών του αποθανόντος εφόσον παραμείνει ενεργητικό, τότε αυτό ανήκει στον εξ απογραφής κληρονόμο. 

 

Ευγνωσία Παπαδοπούλου