Η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών σε χώρες της Ε.Ε.

Ο Κανονισμός 655/2014 αφορά τη δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών και έχει άμεση ισχύ στη χώρα μας ήδη απο το έτος 2017 καθώς και σε επιπλέον 25 κράτη μέλη της Ε.Ε (με εξαίρεση τη Δανία και το Η.Β.). Ο εν λόγω Κανονισμός δύναται να συμβάλλει σημαντικά στη μείωση του χρόνου αλλά και του υψηλού κόστους που είχε, μέχρι το χρόνο έκδοσής του, η έκδοση διαταγών δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων σε διασυνοριακές υποθέσεις καθώς και στη δυσχέρεια πρόσβασης σε πληροφορίες αναφορικά με τραπεζικούς λογαριασμούς οφειλετών. Κατά συνέπεια, διευκολύνει την ανάκτηση ανεξόφλητων οφειλών, οι οποίες έχουν διογκωθεί ιδίως τα τελευταία χρόνια, καθιστώντας την ικανοποίηση των δανειστών ακόμα δυσκολότερη, μεταξύ άλλων, και ένεκα της συνεχούς διαρροής κεφαλαίων φυσικών και νομικών προσώπων σε κράτη μέλη με περισσότερο ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς. Πλέον λοιπόν, οι ιδιαιτερότητες της εκάστοτε εθνικής νομοθεσίας και τα τραπεζικά απόρρητα που αυτές θέτουν σε περιπτώσεις επικείμενης εκτέλεσης, παύουν να αποτελούν εμπόδιο για πιστωτές που προέρχονται απο άλλα κράτη μέλη καθώς η διαδικασία έχει γίνει πλέον ενιαία για τα κράτη που εφαρμόζουν τον Κανονισμό.

Νομική φύση και πλεονεκτήματα της διαταγής δέσμευσης

Η νομική φύση του νομικού αυτού εργαλείου είναι αυτή του ασφαλιστικού μέτρου και ειδικότερα, της συντηρητικής κατάσχεσης του ελληνικού δικονομικού δικαίου και ενσωματώνεται σε αυτό ως αυτόνομο ασφαλιστικό μέτρο, συγκεκριμένα στο άρθρο 738 Α ΚΠολΔ. Συνεπώς, με τη λήψη του μέτρου αυτού, διασφαλίζεται η επικείμενη αναγκαστική εκτέλεση, καθώς διατηρείται η νομική και πραγματική κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη, δεδομένου ότι απαγορεύεται η διάθεση της κατασχεθείσας απαίτησης τόσο απο την πλευρά του πιστωτικού ιδρύματος όσο και απο την πλευρά του οφειλέτη.

 

Σε ποιες περιπτώσεις εφαρμόζεται

Ο Κανονισμός έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο όπου κατατίθεται η αίτηση για τη δέσμευση, η κατοικία του οφειλέτη και ο τραπεζικός λογαριασμός του δεν βρίσκονται στο ίδιο κράτος μέλος. Απλούστερα, όταν ο τραπεζικός λογαριασμός του οφειλέτη βρίσκεται σε διαφορετικό κράτος απο αυτό της κατοικίας του πιστωτή, υπο τη βασική προϋπόθεση ότι τόσο ο τραπεζικός λογαριασμός όσο και η κατοικία του πιστωτή θα πρέπει να βρίσκονται σε κράτος μέλος όπου έχει εφαρμογή ο Κανονισμός (Άρθρο 3). Λόγου χάρη, όταν ο πιστωτής και ο οφειλέτης είναι Έλληνες, αλλά οι τραπεζικοί λογαριασμοί του οφειλέτη βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος της Ε.Ε, π.χ στη Βουλγαρία. Στοιχεία που δημιουργούν ενδείξεις ότι υφίστανται λογαριασμοί σε άλλα κράτη μέλη είναι για παράδειγμα, το γεγονός ότι ο οφειλέτης έχει συνήθη διαμονή στο εκάστοτε κράτος μέλος, ή ότι ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα ή ότι εργάζεται στο κράτος αυτό ή ότι διαθέτει περιουσία καθώς και άλλες ενδείξεις οι οποίες πρέπει να αναγράφονται σε ειδικό πεδίο στην αίτηση για τη διαταγή δέσμευσης. 

 

Διαδικασία

Η διαδικασία έκδοσης έχει τυπικό και έγγραφο χαρακτήρα και βασίζεται σε τυποποιημένο έντυπο αίτησης έτσι ώστε να διευκολύνεται η μετάφρασή του απο το δικαστήριο που αναλαμβάνει την έκδοση της διαταγής, μέσα σε 5-10 εργάσιμες  ημέρες απο την κατάθεση της αίτησης. Στη συνέχεια, η εκδοθείσα διαταγή διαβιβάζεται με επιμέλεια του δικαστηρίου κατά το ελληνικό δικονομικό δίκαιο, στην αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης, η οποία με τη σειρά της κοινοποιεί αυτήν σε μία ή περισσότερες τράπεζες, οι οποίες μεριμνούν για τη δέσμευση των χρημάτων και την υποβολή δήλωσης εντός τριών εργασίμων ημερών απο την παραλαβή της αναφορικά με τα δεσμευθέντα χρηματικά ποσά. Αν η διαταγή δέσμευσης εκδοθεί στην Ελλάδα και εφόσον ο οφειλέτης κατοικεί στην Ελλάδα, κοινοποιείται απο τον πιστωτή στον οφειλέτη μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες απο την (καταφατική) δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος. 

Επιπρόσθετα, δεν απαιτείται η ύπαρξη εκτελεστού τίτλου υπο τη μορφή δικαστικής απόφασης ή άλλου δημόσιου εγγράφου, εντούτοις, θα πρέπει να αποδεικνύεται το εκκαθαρισμένο και βέβαιο της απαίτησης δια εγγράφων καθώς επίσης και το στοιχείο του κινδύνου της ικανοποίησης του πιστωτή λόγω απόκρυψης ή απομείωσης της περιουσίας του οφειλέτη. Περαιτέρω, δεν αποκλείεται απο το κείμενο του Κανονισμού η προηγούμενη ακρόαση του οφειλέτη απο τον αρμόδιο για την έκδοση της διαταγής δικαστή, εφόσον δεν επαρκούν οι διαθέσιμες πληροφορίες και τα σχετικά αποδεικτικά μέσα και μόνο αν δεν αυξάνεται ο κίνδυνις να καταστεί αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής η ικανοποίηση της απαίτησης. Ωστόσο, συνάγεται απο το πνεύμα του κοινοτικού νομοθέτη ότι θα πρέπει η προηγούμενη ακρόαση πρέπει να είναι κατά το δυνατό περιορισμένη, καθώς ο Κανονισμός αποσκοπεί στον αιφνιδιασμό του οφειλέτη. Το ποσό υπο δέσμευση εκτός απο το κεφάλαιο, συμπεριλαμβάνει τόκους και έξοδα (επιδόσεων, δικηγορικής αμοιβής κλπ) εφόσον αυτά βαρύνουν τον οφειλέτη. 

Δεν απαιτείται επίσης η αναγραφή και η απόδειξη στοιχείων όπως οι διευθύνσεις ή οι επωνυμίες των πιστωτικών ιδρυμάτων στα οποία υπάρχουν ενδείξεις ότι διατηρούνται καταθέσεις του οφειλέτη ή οι τραπεζικοί αριθμοί IBAN/ΒΙC των τραπεζικών λογαριασμών των οποίων ζητείται η δέσμευση, διότι υπάρχει η δυνατότητα να εξευρεθούν μέσω μίας διαδικασίας η οποία καλείται 'αίτημα συλλογής στοιχείων΄ (Άρθρο 14). Σε αντίθεση όμως με το αίτημα δέσμευσης λογαριασμών, το αίτημα συλλογής στοιχείων μπορεί να διαταχθεί μόνο εφόσον υπάρχει εκτελεστή δικαστική απόφαση, εκτελεστός δικαστικός συμβιβασμός ή εκτελεστό δημόσιο έγγραφο. Εφόσον λείπει η εκτελεστότητα της δικαστικής απόφασης ή των ισοδύναμων τίτλων, θα πρέπει το υπο δέσμευση ποσό να είναι σημαντικό και να υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις που να τεκμηριώνουν ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη και ιδίως πραγματικός κίνδυνος ότι θα εμποδιστεί ή θα καταστεί σημαντικά δυσκολότερη η επακόλουθη εκτέλεση της απαίτησης. Ενδέχεται επίσης, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο να ζητήσει απο το δανειστή να παράσχει εγγύηση για ποσό επαρκές. 

Η αίτηση για τη διαταγή δέσμευσης προϋποθέτει καταβολή ενός τέλους το οποίο ορίζεται σε 4/1000 επί της απαίτησης το οποίο βαρύνει τον οφειλέτη, ενώ για το αίτημα συλλογής στοιχείων επιβάλλεται δυνητικά, εφόσον κριθεί απαραίτητο απο το δικαστή, επιπλέον τέλος. Αρμοδιότητα για την έκδοση της διαταγής δέσμευσης έχουν τα Ειρηνοδικεία, ή τα Πρωτοδικεία, αναλόγως του ύψους της απαίτησης, η αίτηση για τη διαταγή δέσμευσης συμπληρώνεται στην ελληνική γλώσσα και τη μετάφραση τόσο της αίτησης όσο και των συνοδευτικών εγγράφων στη γλώσσα του κράτους μέλους προορισμού (εκτέλεσης) αναλαμβάνουν τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης (άρθρο 23 παρ. 4). 

 

Ευγνωσία Παπαδοπούλου