Ακούσια νοσηλεία: Βασικός οδηγός ( αιτούντες, διαδικασία, δικαιώματα ασθενών, ένδικα μέσα)

Ακούσια νοσηλεία: Βασικός οδηγός ( ποια πρόσωπα μπορούν να την αιτηθούν, ποια είναι η ακολουθούμενη διαδικασία, τα δικαιώματα των ασθενών-ακουσίως νοσηλευόμενων, τα ένδικα κατά της απόφασης που διατάσσει τη νοσηλεία, διακοπή και τυχόν παράταση αυτής ).

 

1) Τί είναι η ακούσια νοσηλεία και πότε διατάσσεται:

Ο θεσμός της ακούσιας νοσηλείας, συνιστά έναν νόμιμο περιορισμό στα δικαιώματα της προσωπικής ελευθερίας, της τιμής, της υπόληψης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας των ψυχικά ασθενών ο οποίος υπαγορεύεται απο την αρχή της ανάγκης θεραπείας και τη διαφύλαξη του ατομικού ή του δημόσιου συμφέροντος που απαιτεί η αναγκαία νοσηλεία καθώς και απο την αρχή της ευθύνης του κράτους. Για τους λόγους αυτούς, πρέπει να τυγχάνει λελογισμένης εφαρμογής καθώς και να διέρχεται απο τον απαραίτητο δικαστικό έλεγχο δεδομένου του έντονα επαχθούς χαρακτήρα του θεσμού.

Σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο που διέπει το θεσμό αυτό, δηλαδή το Ν. 2071/1992 και το Ν.2716/1999 (άρθρο 16) σε συνδυασμό με τη γενική διάταξη του άρθρου 1687 του Αστικού Κώδικα, η ακούσια νοσηλεία, δηλαδή η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και παραμονή του για θεραπεία σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας, διατάσσεται υπο τις εξής προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) ο ασθενής να πάσχει απο ψυχική διαταραχή, β) να μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του, γ) η έλλειψη νοσηλείας του να έχει ως συνέπεια να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του και δ) η νοσηλεία του να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου (άρθρο 95 παρ. του Ν. 2071/1992).

 

2) Ποιοι μπορούν να τη ζητήσουν και υπο ποιες προϋποθέσεις

Αναφορικά με τη διαδικασία εισαγωγής (άρθρο 96 του ως άνω νόμου), την ακούσια νοσηλεία του φερόμενου στην αίτηση ως ασθενή, μπορούν να ζητήσουν ο σύζυγός του ή συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα ή συγγενής εκ πλαγίου μέχρι και το δεύτερο βαθμό ή όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του ή ο επίτροπος του δικαστικά απαγορευμένου. Εάν δεν υπάρχει κανένα από τα πρόσωπα αυτά, σε επείγουσα περίπτωση, την ακούσια νοσηλεία μπορεί να ζητήσει και αυτεπάγγελτα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ασθενή. Η αίτηση για την ακούσια νοσηλεία απευθύνεται στον Εισαγγελέα πρωτοδικών του τόπου της κατοικίας ή διαμονής του προσώπου, που φέρεται στην αίτηση ως ασθενής. Η σχετική αίτηση επιβάλλεται να είναι πλήρως και ειδικώς αιτιολογημένη, δηλαδή να περιγράφεται κατά το δυνατόν ακριβέστερα το ψυχικό νόσημα του ασθενή, η εκδηλούμενη από αυτόν συμπεριφορά, οι ενέργειες οι οποίες έχουν προηγηθεί για εκούσια εξέτασή του, η άρνησή του να εξετασθεί ή το ανέφικτο της εξετάσεως. Πέραν της περιγραφής αυτής επιβάλλεται η προσκόμιση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων ενώπιον του επιλαμβανόμενου Εισαγγελέα, όπως π.χ. προγενέστερες ιατρικές γνωματεύσεις, βιβλιάρια υγείας, πιστοποιητικά μονάδων ΕΣΥ κ.λπ. Περαιτέρω, είναι δυνατό ο Εισαγγελέας να ζητήσει (με οποιονδήποτε τρόπο και προφορικά ακόμα) από το οικείο αστυνομικό τμήμα, όπως ερευνήσει την υπόθεση και τον ενημερώσει με έγγραφη αναφορά ή και προφορικά, σε κατεπείγουσα περίπτωση, αν ο φερόμενος ως ψυχικά ασθενής έχει ήδη απασχολήσει την αστυνομία (πότε και πώς), αν έχουν διατυπωθεί παράπονα εναντίον του από πολίτες, αν έχει ήδη εκδηλώσει επιθετική συμπεριφορά, αν έχει μετέλθει πράξεις βίας, κ.λπ (βλ. την υπ’αρ. 633/2000 Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης). Την αίτηση πρέπει να συνοδεύουν αιτιολογημένες γραπτές γνωματεύσεις δύο ψυχιάτρων, ή επί αδυναμίας εξευρέσεως δύο ψυχιάτρων, ενός ψυχιάτρου και ενός ιατρού παρεμφερούς ειδικότητας, που θα αναφέρονται στις τέσσερις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν στην παραπάνω παράγραφο. Οι ιατροί που συντάσσουν τις γνωματεύσεις δεν πρέπει να τελούν σε σχέση συγγένειας με τον αιτούντα ή το φερόμενο στην αίτηση ως ασθενή. Οι ψυχίατροι ή παιδοψυχίατροι που συντάσσουν τις γνωματεύσεις προέρχονται από ειδικό κατάλογο, τον οποίο συντάσσουν ανά διετία οι κατά τόπους ιατρικοί σύλλογοι. Σύμφωνα με την ειδική έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη (2007), ‘οι γενικές και αόριστες διαγνώσεις ‘ψυχωσικού τύπου εκδηλώσεις’ ή ‘ψυχωσική συνδρομή’ δεν καλύπτουν την απαίτηση του νόμου για “αιτιολογημένες γνωματεύσεις” αφού δεν καταγράφονται το πραγματολογικό υλικό, η σχετική μεθοδολογία, οι τυχόν πράξεις βίας, η αδυναμία εξωνοσοκομειακής νοσηλείας, ούτε περιέχουν συμπεράσματα με επιστημονική θεμελίωση’.

 

3) Η εκτέλεση της διάταξης ακούσιας νοσηλείας και διαδικαστικό πλαίσιο

Ο Εισαγγελέας, αφού διαπιστώσει τη συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων και εφόσον και οι δύο ιατρικές γνωματεύσεις συμφωνούν για την ανάγκη ακούσιας νοσηλείας, διατάσσει τη μεταφορά του ασθενή σε κατάλληλη μονάδα ψυχικής υγείας που υπάρχει στον "Τομέα" ψυχικής υγείας της κατοικίας του ασθενή, εκτός αν ειδικές συνθήκες επιβάλλουν τη νοσηλεία του αλλού. Η δυνατότητα ακούσιας νοσηλείας σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές εξαρτάται απο την έκδοση ειδικής υπουργικής απόφασης η οποία θα καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις (βλ. 101 παρ. 2 Ν.2017/1992). Ωστόσο, η εν λόγω ειδική υπουργική απόφαση μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί και ως εκ τούτου ακούσια νοσηλεία σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική δεν είναι σύμφωνη με το νόμο (βλ. υπ’αρ. 2/2009 Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης). Εάν οι γνωματεύσεις των δύο ιατρών διαφέρουν μεταξύ τους, ο Εισαγγελέας, μπορεί να διατάξει τη μεταφορά του φερόμενου ως ασθενή, εισάγει την αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται αμέσως μόλις γίνει η μεταφορά του στη Μονάδα Ψυχικής Υγείας, από τον διευθυντή ή άλλο πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί το καθήκον αυτό, για τα δικαιώματά του και ειδικότερα το δικαίωμά του να ασκήσει ένδικο μέσο. Για την ενημέρωση αυτή συντάσσεται πρακτικό που υπογράφεται, εκτός από τον υποχρεωμένο να ενημερώσει και από το συνοδό του ασθενή. Σε περίπτωση που ο ασθενής δεν είναι σε θέση να υπογράψει το πρακτικό, αυτό διαβιβάζεται στο Ψυχιατρικό Τμήμα στο οποίο εισάγεται προκειμένου να υπογραφεί όταν τούτο καταστεί δυνατόν.

Στην περίπτωση που τη διαδικασία κινεί αυτεπάγγελτα ο Εισαγγελέας ή που στην αίτηση αναφέρεται ότι ήταν ανέφικτη η εξέταση του ασθενή, λόγω άρνησής του να εξετασθεί, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών δικαιούται να διατάξει τη μεταφορά του ασθενή για εξέταση και σύνταξη των γνωματεύσεων, σε δημόσια ψυχιατρική κλινική. Η μεταφορά του διενεργείται υπό συνθήκες που εξασφαλίζουν το σεβασμό στην προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια του ασθενή. Η παραμονή του ασθενή εκεί για τις αναγκαίες εξετάσεις δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από 48 ώρες. Σε τρεις ημέρες από τότε που ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών διέταξε τη μεταφορά του ασθενή, επιμελούμενος για τη μεταφορά του στο Μονομελές Πρωτοδικείο, ο ίδιος με αίτησή του ζητεί να επιληφθεί το Μονομελές Πρωτοδικείο στο οποίο υπηρετεί, που συνεδριάζει μέσα σε 10 ημέρες κατά την κρίση του, "κεκλεισμένων των θυρών", ώστε να προστατεύεται η ιδιωτική ζωή του ασθενή. Στη συνεδρίαση καλείται πριν από 48 ώρες και ο ασθενής, ο οποίος δικαιούται να παραστεί με δικηγόρο και με ψυχίατρο ως τεχνικό σύμβουλο. Σε περίπτωση επικινδυνότητας του φερόμενου ως ασθενή οι ανωτέρω προθεσμίες δύνανται να συντμηθούν.

Το δικαστήριο, που δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αν κρίνει ότι οι γνωματεύσεις των δύο ψυχιάτρων που προσάγονται διαφέρουν μεταξύ τους ή δεν είναι πειστικές ή ο επιστημονικός διευθυντής του νοσοκομείου στο οποίο έχει εισαχθεί ο ασθενής διατυπώνει αντίθετη προς τις γνωματεύσεις γνώμη, διατάζει την εξέταση του ασθενή και από άλλο ψυχίατρο εγγεγραμμένο στους καταλόγους ιατρικών συλλόγων της χώρας, κατά προτίμηση επίκουρο τουλάχιστον καθηγητή ή επιστημονικό διευθυντή δημόσιας Μονάδας Ψυχικής Υγείας ή το νόμιμο αναπληρωτή του. Η απόφαση του Πρωτοδικείου πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη. Αν ο ασθενής τον οποίο αφορά έχει προσαχθεί με διαταγή του Εισαγγελέα σε ψυχιατρική κλινική, στην περίπτωση που η αίτηση αναγκαστικής νοσηλείας γίνεται δέκτη, συνεχίζεται η παραμονή του εκεί, ενώ στην περίπτωση που η αίτηση απορρίπτεται, διατάσσεται η άμεση έξοδος. Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την εισαγωγή του αρρώστου μέχρι την έκδοση της δικαστικής απόφασης τη θεραπευτική ευθύνη αυτού φέρει ο επιστημονικός διευθυντής της Μ.Ψ.Υ., ο οποίος και εξακολουθεί να φέρει την επιστημονική και θεραπευτική ευθύνη, εφόσον το δικαστήριο διατάξει τη συνέχιση της νοσηλείας. Σε περίπτωση που δεν τηρηθεί η παραπάνω δεκαήμερη προθεσμία, η περαιτέρω παραμονή του φερόμενου ως ασθενή στη μονάδα ψυχικής υγείας δεν νομιμοποιείται από την εισαγγελική παραγγελία της μεταφοράς, έστω και αν είναι σαφές ότι το πρόσωπο πάσχει (Βλ. Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου υπ’αρ. 12/2006, Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου 1421/2004 και Πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη 7967.4/01/6.4.2004). Εάν όμως από λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος δεν καθίσταται δυνατή η τήρηση της προθεσμίας των δέκα ημερών, τότε ο Εισαγγελέας οφείλει να προκαλέσει έκδοση προσωρινής διαταγής (άρθρο 781 ΚΠολΔ) που αποτελεί δικαστική απόφαση, έστω περιληπτική, ώστε να υπάρξει προσωρινή έστω ρύθμιση της κατάστασης μέχρι την έκδοση της απόφασης. Να σημειωθεί εδώ ότι η μη τήρηση της προθεσμίας των δέκα ημερών δεν φαίνεται να συνεπάγεται ακυρότητα στη σχετική διαδικασία και συνεπώς η τυχόν απόλυση του φερόμενου ασθενή δεν εμποδίζει την έκδοση της απόφασης υπέρ της ακούσιας νοσηλείας, η οποία και θα εκτελεστεί από τον Εισαγγελέα (άρθρο 96 παρ. 4 εδ. α` Ν 2071/1992 ).

Αξιοσημείωτη αναφορικά με τα υπο κρίση ζητήματα είναι η απόφαση 26-7/2011 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανρθώπου (ΕΔΔΑ) η οποία έκανε δεκτή την προσφυγή με αριθμό 46372/2009 (υπόθεση Καραμανώφ κατά Ελλάδας). Στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη τήρηση της 48ωρης προθεσμίας για τη διαβίβαση στον Εισαγγελέα της έκθεσης των ψυχιάτρων και η μη τήρηση της προθεσμίας των 10 ημερών που πρέπει να μεσολαβήσουν ανάμεσα στην αίτηση του Εισαγγελέα και την απόφαση του Δικαστηρίου επί της αίτησης αυτής καθώς αντί αυτών χρειάστηκαν δεκαέξι ημέρες για την διαβίβαση και περίπου πέντε μήνες και δεκαέξι ημέρες για την έκδοση της οριστικής απόφασης συνιστούν παραβίαση του άρθρου 5 παρ. 1ε της Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου καθώς η στέρηση της ελευθερίας του προσφεύγοντος δεν διατάχθηκε σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες.

 

4) Ένδικα μέσα κατά της απόφασης που διατάσσει την ακούσια νοσηλεία

Επανερχόμενοι στον εγχώριο νόμο 2071/1992, κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου που κάνει δεκτή την αίτηση ακούσιας νοσηλείας, χωρεί έφεση και ανακοπή κατά τις διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 97). Το ένδικο μέσο της ανακοπής μπορεί να ασκήσει και ο επιστημονικός διευθυντής της Μονάδας Ψυχικής Υγείας που νοσηλεύεται ο ασθενής. Τα ένδικα αυτά μέσα ασκούνται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης. Η έφεση δικάζεται από το Τριμελές Εφετείο, "κεκλεισμένων των θυρών", μέσα σε 15 ημέρες από την κατάθεσή της. Το εφετείο μπορεί να ζητήσει και νέα γνωμάτευση ψυχιάτρου ή ό,τι άλλο θεωρήσει σκόπιμο.

 

5) Διακοπή και παράταση ακούσιας νοσηλείας

Κατά το άρθρο 99 του Ν.2071/1992, η ακούσια νοσηλεία διακόπτεται όταν πάψουν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της που εκτίθενται στην πρώτη παράγραφο του κειμένου. Στην περίπτωση αυτήν, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής, στην οποία νοσηλεύεται ο ασθενής, οφείλει να του χορηγήσει εξιτήριο και συγχρόνως να κοινοποιήσει σχετική έκθεση στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Η διάρκεια της ακούσιας νοσηλείας δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες. Μετά την πάροδο των τριών πρώτων μηνών, ο επιστημονικός διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής και άλλος ένας ψυχίατρος του τομέα ψυχικής υγείας, υποβάλλουν έκθεση στον Εισαγγελέα για την κατάσταση της υγείας του ασθενή. Ο Εισαγγελέας δικαιούται να διαβιβάσει την έκθεση αυτή στο πολυμελές πρωτοδικείο της περιφέρειάς του με αίτησή του να συνεχιστεί ή να διακοπεί η ακούσια νοσηλεία. Ο ασθενής ή συγγενείς του της παρ. 1 του άρθρου 96, ή ο επίτροπός του δικαιούνται με αίτησή τους προς τον Εισαγγελέα, να ζητήσουν να διακοπεί η ακούσια νοσηλεία. Αν η αίτηση δεν γίνει δεκτή από το πρωτοδικείο, στο οποίο την υποβάλλει αμέσως ο Εισαγγελέας, νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά από τρεις (3) μήνες. Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες πρέπει να παραταθεί η νοσηλεία του ασθενή πέραν των έξι (6) μηνών, τούτο είναι δυνατό μόνο μετά από σύμφωνη γνώμη επιτροπής εκ τριών ψυχιάτρων, εκ των οποίων ένας είναι ο θεράπων ιατρός και οι έτεροι δύο ορίζονται από τον Εισαγγελέα.

 

Ευγνωσία Παπαδοπούλου